Σε μια χρονική συγκυρία αυξανόμενης αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τις διατλαντικές σχέσεις, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν μετέβη στο Βερολίνο για να συναντηθεί με τον νέο Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Το δείπνο εργασίας των δύο ηγετών σηματοδότησε την επανεκκίνηση της γαλλογερμανικής συνεννόησης σε μια σειρά από στρατηγικά ζητήματα, με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια και τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ να κυριαρχούν στην ατζέντα.

Πρώτο και κυρίαρχο θέμα, η κοινή αμυντική πολιτική, με επίκεντρο το ευρωπαϊκό μαχητικό αεροσκάφος επόμενης γενιάς (FCAS), ένα έργο που αναπτύσσεται από κοινού από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ισπανία, αλλά ταλανίζεται από εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών. Η Dassault, από τη γαλλική πλευρά, φέρεται να επιθυμεί ηγεμονικό ρόλο στο πρόγραμμα, προκαλώντας επιφυλάξεις στο Βερολίνο και στη Μαδρίτη. Αντίστοιχα, το φιλόδοξο σχέδιο για την κατασκευή νέων αρμάτων μάχης (MGCS) δείχνει να συναντά προσκόμματα, καθώς αναζητείται ισορροπία μεταξύ συνεργασίας και βιομηχανικών συμφερόντων.

Παράλληλα, και ενώ η ΕΕ προσπαθεί να ενισχύσει την αμυντική της αυτονομία, η αναμενόμενη επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες και η ρητορική του απομονωτισμού που την ακολουθεί, καθιστούν επείγουσα την ανάγκη για ευρωπαϊκή στρατηγική ετοιμότητα. Ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος έχει επενδύσει πολιτικά στο FCAS από το 2017, φαίνεται διατεθειμένος να διατηρήσει τη Γαλλία στον πυρήνα του εγχειρήματος, παρά τις δυσκολίες.

Στη συζήτηση συμπεριλήφθηκαν και οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για το ενδεχόμενο επιβολής δασμών 30% σε ευρωπαϊκά προϊόντα, με τον χρόνο να πιέζει για μια διπλωματική λύση. Αν και οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι επίκειται συμφωνία, το ζήτημα παραμένει κρίσιμο για τη γερμανική και γαλλική βιομηχανία.

Η ενεργειακή πολιτική, οι διασυνδέσεις και η πορεία της ΕΕ προς μια πιο πράσινη οικονομία βρέθηκαν επίσης στο επίκεντρο. Παρότι δεν έγιναν δημόσιες δηλώσεις μετά τη συνάντηση, το μήνυμα είναι σαφές: η Γαλλία και η Γερμανία επιχειρούν να ξαναχτίσουν την εμπιστοσύνη και να αποκτήσουν κοινό βηματισμό, μετά από μια περίοδο σχετικής ψυχρότητας επί καγκελαρίας Σολτς.

Όπως επισημαίνει ο ειδικός σε γαλλογερμανικά θέματα του Γερμανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (DGAP), Jacob Ross, η νέα πολιτική συγκυρία επιτρέπει πιο συστηματικές επαφές μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών, Άμυνας και Εσωτερικών των δύο χωρών. Όμως, όπως τονίζει, «μια θετική εικόνα και η καλή επικοινωνία είναι μόνο η αρχή – χρειάζονται πράξεις για να αποκατασταθεί η αισιοδοξία και η αποτελεσματικότητα της γαλλογερμανικής συνεργασίας».