Δημοσίευμα της Guardian φέρνει στο φως έναν σχεδιασμό για τη δημιουργία μιας εκτεταμένης στρατιωτικής εγκατάστασης στη νότια περιοχή της Γάζας, η οποία θα μπορεί να φιλοξενήσει περίπου 5.000 άτομα και θα καταλαμβάνει έκταση 1.400 στρεμμάτων. Η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται με έναν μηχανισμό που έχει συγκροτηθεί με πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ, γνωστό ως «Συμβούλιο Ειρήνης». Η εγκατάσταση προορίζεται να αποτελέσει επιχειρησιακό κέντρο για μια πολυεθνική δύναμη, με στρατιώτες από διάφορα κράτη, και θα περιλαμβάνει πύργους επιτήρησης, χώρους εκπαίδευσης, αποθηκευτικούς χώρους και ειδικά διαμορφωμένα καταφύγια για προστασία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, εταιρείες με εμπειρία σε έργα εντός εμπόλεμων περιοχών έχουν ήδη επισκεφθεί το σημείο για προκαταρκτική αξιολόγηση. Παράλληλα, ορισμένα κράτη έχουν εκφράσει πρόθεση συμμετοχής στη δύναμη αυτή, με την Ινδονησία να συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων που δήλωσαν διαθεσιμότητα στρατιωτικού προσωπικού. Η αποστολή της δύναμης, όπως αναφέρεται, θα περιλαμβάνει τη διατήρηση της τάξης, την προστασία των κατοίκων και την υποστήριξη των τοπικών σωμάτων ασφαλείας.
Παρόλα αυτά, σημαντικά στοιχεία του σχεδίου δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Παραμένει αβέβαιο πώς θα ενεργεί η δύναμη σε περίπτωση νέων συγκρούσεων ή ποια θα είναι η στάση της απέναντι σε ένοπλες οργανώσεις όπως η Χαμάς. Επιπλέον, ειδικοί εκφράζουν προβληματισμό για το θεσμικό καθεστώς του Συμβουλίου Ειρήνης και το κατά πόσο λειτουργεί πραγματικά ως ανεξάρτητος φορέας ή υπό την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που δημιουργεί επιφυλάξεις σε διεθνές επίπεδο.
Ταυτόχρονα, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής όπου προγραμματίζεται η κατασκευή, καθώς και για τις επιπτώσεις στους κατοίκους, δεδομένου ότι η περιοχή έχει ήδη υποστεί σοβαρές καταστροφές και μαζικό εκτοπισμό πληθυσμού. Ορισμένοι νομικοί κύκλοι θεωρούν ότι η δημιουργία στρατιωτικών υποδομών χωρίς τη συναίνεση παλαιστινιακών αρχών ενδέχεται να έχει σοβαρές νομικές και πολιτικές συνέπειες. Από την άλλη πλευρά, εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης απέφυγαν να δώσουν διευκρινίσεις, περιοριζόμενοι στη δήλωση ότι δεν προβλέπεται αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή.





















