Την Παρασκευή, αντάρτες εισέβαλαν στο Χαλέπι, τη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας, για πρώτη φορά από το 2016, σε μια αιφνιδιαστική επίθεση που πυροδότησε μαζική φυγή των κατοίκων και κλιμάκωσε την αστάθεια στην ήδη ταραγμένη περιοχή. Οι συγκρούσεις, που ακολούθησαν μια ευρύτερη επίθεση της αντιπολίτευσης στη βορειοδυτική Συρία, είχαν ως αποτέλεσμα δεκάδες θανάτους, όπως ανέφερε το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η προέλαση στο Χαλέπι ξεκίνησε από την επαρχία Ιντλίμπ, με τη συμμετοχή χιλιάδων μαχητών της ομάδας Hayat Tahrir al-Sham (HTS). Σε τρεις ημέρες, οι μάχες έφτασαν στα περίχωρα της πόλης, όπου οι αντάρτες σημείωσαν γρήγορη πρόοδο, καταλαμβάνοντας στρατιωτικό εξοπλισμό και εδάφη που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των κυβερνητικών δυνάμεων. Παράλληλα, οι κυβερνητικές δυνάμεις ανταπάντησαν με τουλάχιστον 125 αεροπορικές επιδρομές, προκαλώντας τον εκτοπισμό 14.000 ατόμων, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ.

Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Τουρκίας Anadolu μετέδωσε ότι οι αντάρτες είχαν φτάσει στο εσωτερικό της πόλης, ενώ ανεπιβεβαίωτο υλικό έδειχνε τεθωρακισμένα οχήματα και ένστολους μαχητές στους δρόμους. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν τον θάνατο 27 αμάχων, ανάμεσά τους οκτώ παιδιά, με τον ΟΗΕ να προειδοποιεί για ανθρωπιστική κρίση.

Η συριακή κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη Ρωσία και το Ιράν, σχεδιάζει ενισχυμένη στρατιωτική απάντηση, αναμένοντας την άφιξη νέου ρωσικού στρατιωτικού υλικού στη βάση Hmeimim εντός 72 ωρών. Παράλληλα, η Τουρκία κάλεσε σε αποκλιμάκωση, ζητώντας να αποφευχθούν περαιτέρω απώλειες αμάχων.

Οι εξελίξεις στο Χαλέπι υπενθυμίζουν την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων στη Συρία, καθώς η χώρα συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο περιφερειακών συγκρούσεων. Οι πρόσφατες κλιμακώσεις, περιλαμβανομένων των επιθέσεων του Ισραήλ σε ιρανικές δυνάμεις στη Συρία και των συγκρούσεων στον Λίβανο, προσθέτουν νέες διαστάσεις στην πολυπλοκότητα της συριακής κρίσης, η οποία έχει σημαδέψει τη χώρα από το 2011.