Σε μια συγκυρία έντονης πολιτικής αστάθειας και απλουστευτικών συνθημάτων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τα εύκολα διλήμματα φόβου στην ουσία της διακυβέρνησης. Μιλώντας στον ΣΚΑΪ 100,3, υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο ερώτημα για τη χώρα δεν είναι η αντιπαράθεση με ένα αφηρημένο «χάος», αλλά το αν μπορεί να εξασφαλιστεί μια σταθερή, αξιόπιστη κυβέρνηση με καθαρό σχέδιο, λογοδοσία και θεσμική σοβαρότητα.

Όπως σημειώνει, η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσέρχονται στη δημόσια συζήτηση με συγκεκριμένο απολογισμό, πρόγραμμα με αρχή, μέση και τέλος και επίγνωση των λαθών που έγιναν και πρέπει να διορθωθούν. Σε αντίθεση, όπως λέει, με μια αντιπολίτευση που δυσκολεύεται να απαντήσει με ποιους και πώς θα κυβερνήσει, επενδύοντας συχνά στην ένταση, την προσωποκεντρική ρητορική ή την εργαλειοποίηση του πόνου, το πραγματικό δίλημμα της επόμενης ημέρας είναι σαφές: πρόοδος με σχέδιο και θεσμούς ή αβεβαιότητα χωρίς κοινή κατεύθυνση.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιμένει ότι η σταθερότητα από μόνη της δεν αρκεί, αποτελεί όμως βασική προϋπόθεση για ουσιαστική πρόοδο, όχι ανάπτυξη «με δανεικά» όπως στο παρελθόν. Αναφέρεται σε συγκεκριμένα παραδείγματα, από την οικονομία και τις αυξήσεις σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, μέχρι την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια διαφορετική Ελλάδα σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.

Ασκώντας κριτική στο ΠΑΣΟΚ, ο κ. Μαρινάκης δηλώνει ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι σημαίνει στην πράξη το κάλεσμα για «συνεργασία προοδευτικών δυνάμεων». Όπως λέει, ακόμη και στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης δυσκολεύονται να προσδιορίσουν ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις και πώς θα μπορούσαν να συγκυβερνήσουν, αφήνοντας ερωτήματα για τη λειτουργικότητα μιας τέτοιας κυβέρνησης σε κρίσιμες στιγμές.

Ξεκαθαρίζει ότι η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει αυτοδύναμες κυβερνήσεις, όχι από αλαζονεία, αλλά επειδή θεωρεί πως μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει καθαρό μήνυμα και σαφής ευθύνη απέναντι στους πολίτες. Παράλληλα, απορρίπτει κάθε σενάριο συνεργασίας με την Ελληνική Λύση, την οποία χαρακτηρίζει ασύμβατη με τον φιλοευρωπαϊκό και θεσμικό προσανατολισμό της κυβέρνησης.

Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο διαδοχικών εκλογών, τονίζει ότι οι βουλευτικές εκλογές είναι μία ενιαία διαδικασία και ότι επαναληπτικές κάλπες προκύπτουν μόνο αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση. Υπογραμμίζει, επίσης, τις ουσιαστικές διαφορές της ΝΔ με το σημερινό ΠΑΣΟΚ, σημειώνοντας ότι, σε αντίθεση με προηγούμενες ηγεσίες του, η σημερινή γραμμή υιοθετεί –κατά την άποψή του– ρητορικές και στάσεις που συγκλίνουν με πιο ακραίες φωνές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στη Συνταγματική Αναθεώρηση, την οποία χαρακτηρίζει κορυφαία πολιτική διαδικασία των επόμενων ετών. Θέτει στο τραπέζι ζητήματα όπως τα μη κρατικά πανεπιστήμια, η αναμόρφωση του άρθρου 86, η κοστολόγηση των κομματικών προγραμμάτων, οι σταθεροί εκλογικοί κύκλοι και η αξιολόγηση στο Δημόσιο, επισημαίνοντας ότι η στάση των κομμάτων σε αυτά θα αποτελέσει κριτήριο πολιτικής ευθύνης απέναντι στο μέλλον της χώρας.

Κλείνοντας, αναφερόμενος στη συζήτηση γύρω από την κ. Καρυστιανού, ο κ. Μαρινάκης τονίζει ότι στην πολιτική είναι λάθος τόσο η υποτίμηση όσο και η υπερτίμηση προσώπων. Υποστηρίζει ότι δεν είναι ασφαλές να αποδίδεται πολιτικό βάρος σε ένα πρόσωπο ή σε ένα εν δυνάμει κόμμα χωρίς να έχουν παρουσιαστεί θέσεις, πρόσωπα και πρόγραμμα, υπογραμμίζοντας ότι οι εκλογές είναι τελικά η κρίση των πολιτών πάνω σε προτάσεις, ρεαλισμό και δυνατότητα εφαρμογής.