Η αποχώρηση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ έγινε γνωστή μέσα από προσωπική του δημοσίευση, στην οποία ξεκαθάρισε πως δεν είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να στηρίζει τη στρατιωτική εμπλοκή με το Ιράν. Όπως ανέφερε, η στάση του υπαγορεύεται από λόγους ηθικής και προσωπικής ευθύνης.

Ο Τζόζεφ Κεντ, που είχε αναλάβει το αξίωμα έπειτα από έγκριση της Γερουσίας τον περασμένο Ιούλιο κατόπιν πρότασης του Ντόναλντ Τραμπ, απευθύνθηκε ευθέως στον πρόεδρο. Στο κείμενό του υποστήριξε ότι η Τεχεράνη δεν αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η απόφαση για σύγκρουση δεν βασίστηκε σε πραγματική απειλή.

Παράλληλα, έκανε λόγο για έντονες παρεμβάσεις από το Ισραήλ και επιρροή από ισχυρούς κύκλους εντός των ΗΠΑ, που, όπως υποστήριξε, διαμόρφωσαν το κλίμα υπέρ της σύγκρουσης. Κατά την άποψή του, δημιουργήθηκε μια κατευθυνόμενη αφήγηση που έστρεψε την κοινή γνώμη και την πολιτική ηγεσία προς μια πολεμική επιλογή.

Επισήμανε ακόμη ότι η πληροφόρηση που έφτανε στα ανώτατα κλιμάκια ήταν μονόπλευρη, οδηγώντας σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με την κατάσταση. Υπογράμμισε πως παρουσιάστηκε μια εικόνα εύκολης και γρήγορης επικράτησης, η οποία, όπως υποστήριξε, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και θύμιζε λάθη προηγούμενων στρατιωτικών επεμβάσεων.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι παραμένει προσηλωμένος στις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής που είχε εξαγγείλει ο Τραμπ τα προηγούμενα χρόνια. Τόνισε επίσης ότι οι εμπειρίες από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν δείξει πως τέτοιες επιλογές επιβαρύνουν σημαντικά τη χώρα, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε οικονομικό επίπεδο, χωρίς να αποφέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Κατέληξε λέγοντας ότι: «Ως βετεράνος που υπηρέτησα σε 11 αποστολές μάχης και ως σύζυγος που έχασε τη γυναίκα του, τη Σάνον, σε έναν πόλεμο που κατασκευάστηκε από το Ισραήλ, δεν μπορώ να στηρίξω την αποστολή της επόμενης γενιάς για να πολεμήσει και να πεθάνει σε έναν πόλεμο που δεν εξυπηρετεί κανένα συμφέρον του αμερικανικού λαού ούτε δικαιολογεί το κόστος σε ανθρώπινες ζωές».