Οι Ηνωμένες Πολιτείες ολοκλήρωσαν μια επιχείρηση υψηλού ρίσκου στα νερά του Βόρειου Ατλαντικού, καταλαμβάνοντας το δεξαμενόπλοιο Marinera, το οποίο έπλεε υπό ρωσική σημαία αλλά βρισκόταν εδώ και εβδομάδες στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών λόγω παραβίασης κυρώσεων. Το πλοίο εντοπίστηκε από την Αμερικανική Ακτοφυλακή και δεσμεύτηκε έπειτα από ομοσπονδιακό ένταλμα, με την Ευρωπαϊκή Διοίκηση των ΗΠΑ να επιβεβαιώνει το συμβάν σε δημόσια ανακοίνωση, τονίζοντας πως η νηοψία και η κατάληψη ολοκληρώθηκαν χωρίς καταγεγραμμένη ένοπλη αντίδραση.
Το Marinera, που μέχρι πρόσφατα έφερε το όνομα Bella 1, είχε καταφέρει να διαφύγει από αμερικανικό κλοιό επιτήρησης κοντά στη Βενεζουέλα στα τέλη του προηγούμενου μήνα, αποτρέποντας παράλληλα απόπειρα επιβίβασης από άνδρες της Ακτοφυλακής. Η κίνησή του αυτή ενεργοποίησε ένα διπλωματικό και στρατιωτικό θρίλερ, καθώς –σύμφωνα με διαρροές σε αμερικανικά ΜΜΕ– η Ρωσία απέστειλε υποβρύχιο και ναυτικά συνοδευτικά μέσα για να επιτηρήσει και να προστατεύσει το τότε άδειο δεξαμενόπλοιο στην πορεία του προς βορρά, την ώρα που οι ΗΠΑ σχεδίαζαν τη δέσμευσή του.
Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν πως το πλοίο ανήκε σε έναν “αφανή στόλο” δεξαμενόπλοιων που λειτουργούν με κλειστά συστήματα εντοπισμού και εμπλέκονται στη μεταφορά πετρελαίου για λογαριασμό κρατών που υπόκεινται σε κυρώσεις, όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν και η Ρωσία. Την ίδια στιγμή, δεδομένα διεθνών συστημάτων παρακολούθησης κατέγραφαν το πλοίο να προσεγγίζει την οικονομική ζώνη της Ισλανδίας, μια περιοχή όπου η ρωσική συνοδεία φέρεται να έγινε πιο εμφανής, προκαλώντας την προσοχή στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.
Η Μόσχα, μέσω του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, αντέδρασε έντονα στην κατάληψη, δηλώνοντας πως η στρατιωτική κινητικότητα γύρω από το Bella 1 υπήρξε “αδικαιολόγητη και υπερβολική” σε σχέση με την ειρηνική του αποστολή. Ρωσικές πηγές υποστήριξαν πως το πλοίο έπλεε νόμιμα υπό ρωσική σημαία, σε μεγάλη απόσταση από τις ακτές των ΗΠΑ, και πως η προσοχή που δέχθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις ήταν δυσανάλογη με την πραγματική του δραστηριότητα.
Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, το πλήρωμα του δεξαμενόπλοιου προχώρησε σε αλλαγή νηολογίου, δηλώνοντας επίσημα το πλοίο στη Ρωσία και μετονομάζοντάς το σε Marinera, ενώ στο κύτος του αποτυπώθηκε ζωγραφισμένη ρωσική σημαία – μια κίνηση που ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια επίδειξης κρατικής προστασίας και ταυτότητας, την ώρα που το πλοίο βρισκόταν στο επίκεντρο της διεθνούς αντιπαράθεσης.
Την ίδια ημέρα, ο αμερικανικός στρατός επιβεβαίωσε και δεύτερη κατάσχεση δεξαμενόπλοιου στην Καραϊβική. Πρόκειται για το M/T Sophia, ένα πλοίο που περιγράφηκε ως “χωρίς κρατική ταυτότητα”, μέλος του ίδιου τύπου στόλου συγκαλυμμένων μεταφορών. Η Νότια Διοίκηση των ΗΠΑ, υπεύθυνη για την περιοχή, ανακοίνωσε πως το Sophia ακινητοποιήθηκε σε διεθνή ύδατα, με την επιχείρηση να ολοκληρώνεται επίσης χωρίς επεισόδια ή καταγεγραμμένη αντίσταση.
Οι κυρώσεις στο Marinera είχαν επιβληθεί από το 2024, με τις αμερικανικές αρχές να συνδέουν το πλοίο με ιρανικά οικονομικά δίκτυα και οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, στοιχείο που αποτέλεσε τη νομική βάση για την τελική δέσμευσή του όταν αυτό εντοπίστηκε σε διεθνή ύδατα. Η επιχείρηση εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι σε πλοία που εμπλέκονται στη διακίνηση πετρελαίου υπό καθεστώς κυρώσεων από και προς τη Βενεζουέλα, σε μια προσπάθεια πλήρους απομόνωσης του σκιώδους δικτύου μεταφορών.





















