Την ανάγκη να αρθεί «κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική» στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας υπογράμμισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στις κοινές δηλώσεις του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά την 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα, τονίζοντας πως «αν όχι τώρα, πότε;».
Ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων από το 2023 –πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης– που, όπως είπε, συνέβαλε στην αποκατάσταση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και στην αποτροπή εντάσεων. «Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι ο διάλογος πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.
Αναφέρθηκε στα θετικά βήματα της συνεργασίας, όπως το πρόγραμμα βραχείας θεώρησης εισόδου για Τούρκους πολίτες σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, το οποίο –όπως είπε– έφερε εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες στην Ελλάδα και για το οποίο η Αθήνα θα ζητήσει ανανέωση από την ΕΕ. Στο μεταναστευτικό, έκανε λόγο για μείωση των ροών στο Ανατολικό Αιγαίο κατά σχεδόν 60% τον τελευταίο χρόνο, αποδίδοντάς την στη βελτιωμένη συνεργασία και στον συντονισμό των δύο χωρών, ενώ τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της μάχης κατά των διακινητών, με αφορμή και το πρόσφατο τραγικό περιστατικό ανοιχτά της Χίου.
Στόχο χαρακτήρισε επίσης την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. ευρώ, επισημαίνοντας την αναβάθμιση των συνοριακών σταθμών σε Καστανιές και Κήπους, ενώ ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συνεργασία στην πολιτική προστασία ως πρότυπο περιφερειακής σύμπραξης.
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να αχθεί σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, εκφράζοντας την ευχή να ωριμάσουν οι συνθήκες προς αυτή την κατεύθυνση.
Για το Κυπριακό, σημείωσε ότι οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δημιουργούν παράθυρο ευκαιρίας για επανεκκίνηση των συνομιλιών από το σημείο που διακόπηκαν το 2017, στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αναφερόμενος στις μειονότητες, υπογράμμισε ότι το καθεστώς τους καθορίζεται από τη Συνθήκη της Λοζάνης και ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική. «Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με τους χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας», ανέφερε, εκφράζοντας την ευχή οι μειονότητες σε Ελλάδα και Τουρκία να λειτουργήσουν ως γέφυρες φιλίας.
Κλείνοντας, έκανε λόγο για πυκνές εστίες έντασης διεθνώς και τόνισε ότι σε ένα ρευστό περιβάλλον, η διπλωματία, ο διάλογος και ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο είναι πιο αναγκαία από ποτέ.




















