Την Παρασκευή στη Νίκαια, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ’ τίμησαν τα 1.700 χρόνια από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, ενώ τώρα το ενδιαφέρον στρέφεται στην επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι. Το Σάββατο 29 Νοεμβρίου, στις 15:30 τοπική ώρα (14:30 ώρα Ελλάδας), ο Πάπας θα φτάσει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου θα τον υποδεχθεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και θα πραγματοποιηθεί Δοξολογία στον ναό του Αγίου Γεωργίου με τη συμμετοχή ιεραρχών των Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης και της Ρώμης, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοδώρου και εκπροσώπων διπλωματικών αρχών.
Αμέσως μετά, θα πραγματοποιηθεί η υπογραφή Κοινής Δήλωσης στην Αίθουσα του Θρόνου του Πατριαρχικού Οίκου. Ακολουθεί παρουσίαση των ιεραρχών και των μελών της παπικής συνοδείας, ενώ στη συνέχεια οι δύο προκαθήμενοι θα έχουν ιδιωτική συνάντηση στο γραφείο του Πατριάρχη. Η πρώτη ημέρα θα ολοκληρωθεί με τον Μέγα Εσπερινό, χοροστατούντος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Την ίδια μέρα, ο Πάπας επισκέφθηκε το ιστορικό τέμενος Σουλταναχμέτ, συνάντησε εκπροσώπους τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων στον ναό Μορ Εφραίμ της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας και στις 17:00 θα προστεί θείας λειτουργίας στο «Volkswagen Arena».
Την Κυριακή 30 Νοεμβρίου, ημέρα της εορτής του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, θα τελεστεί πατριαρχική και συνοδική θεία λειτουργία με προεξάρχοντα τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και συλλειτουργούντα τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Στην τελετή θα παραστούν ο Πάπας, εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης, διπλωμάτες και άλλοι επίσημοι. Στο τέλος θα γίνει ανταλλαγή λόγων και οι δύο προκαθήμενοι θα ευλογήσουν τους πιστούς από τον εξώστη, ενώ το μεσημέρι ο Πάπας θα παρακαθίσει σε γεύμα με τον Πατριάρχη πριν αναχωρήσει αεροπορικώς για τη Βηρυτό για το δεύτερο σκέλος της περιοδείας του.
Στη Νίκαια, οι δύο ηγέτες των Εκκλησιών ένωσαν τις φωνές τους ψάλλοντας το «Πιστεύω» στην αρχική του μορφή, χωρίς το «filioque». Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπογράμμισε την ανάγκη ενότητας των πιστών και την κοινή ευλάβεια, ενώ ο Πάπας επισήμανε τη σημασία της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της αδελφοσύνης, καταδικάζοντας τη θρησκεία ως αιτία πολέμου ή φανατισμού και τονίζοντας τον ρόλο της ως δύναμη συνεργασίας και διαλόγου σε παγκόσμιο επίπεδο.





















