Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί μια δασμολογική σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξαν την Κυριακή σε προσωρινή εμπορική συμφωνία, λίγες ημέρες πριν από την αυτοεπιβαλλόμενη προθεσμία της 1ης Αυγούστου. Η συμφωνία προβλέπει την επιβολή ενιαίου δασμού 15% για τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στις ΗΠΑ, ενώ ένα περιορισμένο φάσμα προϊόντων θα επωφεληθεί από το σύστημα «μηδέν προς μηδέν».

Η συμφωνία επιτεύχθηκε σε συνάντηση στη Σκωτία μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίοι παρουσίασαν την εξέλιξη ως σημαντική καμπή στη διατλαντική εμπορική πολιτική. «Νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη συμφωνία που έχει γίνει ποτέ», δήλωσε ο Τραμπ, με τη φον ντερ Λάιεν να προσθέτει: «Θα φέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα, κάτι ζωτικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού».

Η νέα εμπορική ρύθμιση θεωρείται ηπιότερη από τα προηγούμενα σχέδια της αμερικανικής κυβέρνησης, που προέβλεπαν δασμούς έως και 30% για τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Ο ίδιος ο Τραμπ είχε επιβάλει προσωρινά δασμό 20% τον Απρίλιο, στο πλαίσιο των «αμοιβαίων δασμών» του, αλλά είχε αποσύρει το μέτρο ενόψει διαπραγματεύσεων. Η νέα συμφωνία προσφέρει έναν δασμολογικό συντελεστή εφάμιλλο με εκείνον που έχει παραχωρηθεί στην Ιαπωνία (15%) και σαφώς ευνοϊκότερο από εκείνους που διαπραγματεύτηκαν χώρες όπως η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες (19%).

Αν και το καθεστώς των αμερικανικών εξαγωγών προς την ΕΕ δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί, η φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι η συμφωνία είναι «οριζόντια» και «περιεκτική», αποτρέποντας την επιβολή επιπλέον δασμών. «Ήταν δύσκολες διαπραγματεύσεις, αλλά καταλήξαμε σε ένα καλό συμπέρασμα», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την προσήλωση της ΕΕ σε μια ανοιχτή αγορά, παρά τις ενστάσεις που είχε διατυπώσει επανειλημμένως η Ουάσινγκτον.

Η συμφωνία θεωρείται προσωρινή και θα χρειαστεί περαιτέρω εξειδίκευση στις επόμενες εβδομάδες, ωστόσο εκλαμβάνεται ως ένα βήμα αποκλιμάκωσης σε μια εποχή όπου οι εμπορικές εντάσεις και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί απειλούν την παγκόσμια σταθερότητα.