Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε τη θαλάσσια ασφάλεια, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την ανάγκη ισχυρότερης πολυμερούς συνεργασίας στο επίκεντρο της ομιλίας του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, παρουσιάζοντας παράλληλα τις ελληνικές θέσεις για τις μεγάλες διεθνείς κρίσεις και ζητώντας ένα αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα πλησιάζει στην ολοκλήρωση του δεύτερου έτους της θητείας της στο Συμβούλιο Ασφαλείας και ετοιμάζεται να αναλάβει την Προεδρία του τον επόμενο μήνα. Όπως τόνισε, το σημερινό διεθνές περιβάλλον καθιστά περισσότερο αναγκαία από ποτέ την ενίσχυση της πολυμέρειας και των θεσμών που βασίζονται σε κοινούς κανόνες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία παρουσίασε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεσματικής διεθνούς συνεργασίας και ως το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο μέσα από το οποίο οι διακρατικές διαφορές μπορούν να επιλύονται ειρηνικά και όχι με τη χρήση βίας.
Αναφερόμενος στις αναταράξεις που εκτείνονται από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα έως τον Ινδο-Ειρηνικό, προειδοποίησε ότι οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και η αξιοποίηση κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων ως μέσων πίεσης μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, στις ενεργειακές αγορές και στην επισιτιστική ασφάλεια. Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα σκοπεύει να διατηρήσει τη θαλάσσια ασφάλεια ψηλά στην ατζέντα κατά την Προεδρία της στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχει γίνει συστηματική προσπάθεια για αποκλιμάκωση, οικοδόμηση εμπιστοσύνης και διατήρηση ανοικτών διαύλων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Επανέλαβε ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών αποτελεί τη μοναδική μακροχρόνια διαφορά μεταξύ των δύο χωρών και υποστήριξε ότι το Δίκαιο της Θάλασσας προσφέρει το θεσμικό πλαίσιο για την επίλυσή της.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η επιδίωξη του διαλόγου δεν μπορεί, κατά την ελληνική θέση, να συμβαδίζει με μονομερείς ενέργειες που αμφισβητούν τη διεθνή έννομη τάξη ή με απειλές πολέμου απέναντι στην άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων.
Εκτενής ήταν και η αναφορά του στο Κυπριακό. Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι έχουν συμπληρωθεί 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και χαρακτήρισε το ζήτημα κρίσιμη δοκιμασία για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Εθνών. Δήλωσε ότι η Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών, με στόχο την επανένωση της Κύπρου σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς δυνάμεις κατοχής.
Για τη Μέση Ανατολή, τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής του συμφωνημένου ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα και επανέλαβε την ελληνική υποστήριξη στη λύση των δύο κρατών, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι η Χαμάς δεν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στη μελλοντική διακυβέρνηση της περιοχής. Εξέφρασε επίσης ανησυχία για την κατάσταση στη Δυτική Όχθη και αναφέρθηκε στην ανάγκη στήριξης του Λιβάνου και αποφυγής ενός κενού ασφαλείας μετά τη λήξη της εντολής της UNIFIL.
Σχετικά με τη Συρία, ζήτησε μια πολιτική πορεία χωρίς αποκλεισμούς και ξένες παρεμβάσεις, με εγγυήσεις για την προστασία όλων των θρησκευτικών και εθνοτικών κοινοτήτων της χώρας.
Στο ουκρανικό μέτωπο, ο πρωθυπουργός επανέλαβε την υποστήριξη της Ελλάδας προς την Ουκρανία και καταδίκασε τις επιθέσεις εναντίον αμάχων και μη στρατιωτικών υποδομών. Υποστήριξε ότι η διπλωματική προσπάθεια πρέπει να οδηγήσει σε άμεση κατάπαυση του πυρός και σε μια βιώσιμη ειρήνη που θα στηρίζεται στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Τόνισε ακόμη ότι το Κίεβο πρέπει να έχει αποφασιστικό λόγο στις αποφάσεις για το μέλλον του, ενώ και η Ευρώπη θα πρέπει να συμμετέχει στις σχετικές διαπραγματεύσεις.
Για τον πόλεμο στο Σουδάν, ζήτησε να σταματήσουν οι εξωτερικές παρεμβάσεις, να υπάρξει λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου και να διαμορφωθεί μια αξιόπιστη πολιτική διαδικασία με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους Σουδανούς.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε επίσης την Ελλάδα ως χώρα που επιδιώκει να λειτουργεί ως γέφυρα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στον Κόλπο. Αναφέρθηκε στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, στις επενδύσεις, στη μείωση του δημόσιου χρέους και στην ψηφιοποίηση, ενώ συνέδεσε τις ελληνικές προτεραιότητες και με την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Όπως ανέφερε, στόχος θα είναι μια Ευρώπη περισσότερο ανταγωνιστική και ασφαλής, με μεγαλύτερη δυνατότητα να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις που θα φέρουν πιο κοντά την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή, τις χώρες του Κόλπου και τη Βόρεια Αφρική.
Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας του, ο πρωθυπουργός επικεντρώθηκε στην τεχνητή νοημοσύνη, προειδοποιώντας ότι μια ανεξέλεγκτη ανάπτυξή της μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους που θα ξεπεράσουν τα οφέλη. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στις πιθανές επιπτώσεις στην απασχόληση, στη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος και στις ανθρώπινες σχέσεις.
Απέρριψε την προοπτική να αφεθεί η εποπτεία αποκλειστικά στην εθελοντική αυτορρύθμιση των τεχνολογικών εταιρειών και τάχθηκε υπέρ ενός συστήματος αδειοδότησης με σαφείς απαιτήσεις για ασφάλεια, διαφάνεια και σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες. Παραλληλίζοντας την πρόκληση με τη διεθνή ρύθμιση της πυρηνικής τεχνολογίας, υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να κινηθεί γρήγορα για τη δημιουργία αποτελεσματικών κανόνων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.




















